Ο θεραπευτής που άθελά του ή και ηθελημένα χρησιμοποιεί τη θεραπευτική σχέση για να νιώσει σημαντικός και απαραίτητος, να καλύψει προσωπικά κενά και μοναξιές, να παίξει παιχνίδια εξουσίας και δύναμης, τότε ονομάζεται θεραπευτής χωρίς, όμως, τη θεραπευτική ιδιότητα. Είναι στις περιπτώσεις που χάνει την ελευθερία του και, συνεπώς, και η θεραπευτική σχέση χάνει την αυθεντικότητά της.
Και πώς, άραγε, ο εμπλεγμένος θεραπευτής θα προσφέρει στο θεραπευόμενο την ελευθερία της επιλογής, την ελευθερία της προσωπικής ευθύνης, την ελευθερία της αυτονόμησης, την ελευθερία της ανάδειξης του αυθεντικού εαυτού, όταν ο ίδιος «χρειάζεται» τη θεραπευτική σχέση? Όταν τη «χρειάζεται» συναισθηματικά και οικονομικά, τότε θα φτιάξει σχέση εξάρτησης και οχι ελευθερίας. Θα είναι εκείνος ο πρωταγωνιστής στα πλαίσια μιας σχέσης άνισων ρόλων και όχι απλά διαφορετικών.
Και έτσι θα πρέπει να αποδεικνύεται πόσο ο θεραπευόμενος «δεν μπορεί», πόσο έχει αδυναμίες, ώστε να υπάρχει ένας θεραπευτής που «μπορεί» και που τον αναλαμβάνει, στερώντάς του, όμως, το πολύτιμο βίωμα της προσωπικής υπέρβασης που ζητάει η ουσιαστική ψυχοθεραπεία.
Αναμφίβολα, ο ψυχοθεραπευτής κερδίζει και πρέπει να κερδίζει από τη θεραπευτική σχέση μέσα από τη δυνατότητα να συμμετέχει σε κάτι πολύ συγκινητικό: το ξεδίπλωμα της δύναμης που έχει η εσωτερική ομορφιά του ανθρώπου που κάθεται απέναντί του.
Για να το ζει αυτό, έχει την πρωταρχική ευθύνη να μπολιάζει με τέτοιους όρους και στοιχεία τη θεραπευτική σχέση που εκείνη να λειτουργεί ως ασφαλής βάση για την αυτογνωσία του θεραπευόμενου.
Ο θεραπευτής που αναλαμβάνει την προσωπική ευθύνη του θεραπευόμενου και τον στηρίζει φτάνει να ασφυκτιά και να θυμώνει μαζί του.
Μια τέτοιου είδους θεραπευτική σχέση δεν αναλογεί σε κανέναν από τους δυο.



